Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Ραντεβού τις Τετάρτες, λοιπόν!


   Είπαμε με το Λενάκι πριν δυο μήνες , "δεν κάνουμε ένα live μαζί, αφού συνεργαζόμαστε τόσο καλά κι επικοινωνούμε;"
   Γνωριζόμαστε χρόνια με την Ελένη την Καρακάση, πρωτοδουλέψαμε, ωστόσο, μαζί το καλοκαίρι του 2010 στην "Επιθεώρηση" του Θεσσαλικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου. Βρεθήκαμε να έχουμε μαζί "νούμερα" σε αυτή την αγαπημένη αναβίωση της παλιάς καλής επιθεώρησης, ώσπου κάποιο απόγευμα μέσα στο πούλμαν, σε μία από τις ατελείωτες μετακινήσεις, μέσα στην κάψα του θεσσαλικού κάμπου, της λέω: " Έχω κάτι στο μυαλό μου...μια μουσικοθεατρική ιδέα για εμάς τις δύο", μου λέει: "Κι εγώ σκεφτόμουνα να κάναμε κάτι μαζί". 
   Το χειμώνα που ακολούθησε κάναμε πράγματι το "Αυτή κι Αυτή". Μεγάλο ευτύχημα οι μουσικοί μας (ταλαντούχα κορίτσια, χαρακτήρες ακέραιοι και επαγγελματίες ουσιαστικοί), καθώς κι όλοι οι συνεργάτες, ένας προς έναν.
Ιδρύσαμε, λοιπόν, την αστική, μη κερδοσκοπική εταιρία μουσικού θεάτρου, Αυτή+Αυτή, και παρουσιάσαμε την ομώνυμη παράσταση στο θέατρο του πολυχώρου, Αγγέλων Βήμα. Μια παράσταση που ελπίζουμε να ξαναπαρουσιάσουμε στο άμεσο μέλλον, μαζί με ό,τι καινούργιο δημιουργήσουμε από εδώ και πέρα, γιατί ιδέες και στόχοι υπάρχουν αρκετοί, κουράγιο να 'χουμε να βρούμε τρόπους πραγματοποίησης μονάχα...
   Σ' αυτό το χώρο των τεχνών πρέπει να είσαι πολυμορφικό εργαλείο αν θες να κάνεις κάτι από μόνος σου κι αυτό είναι αγρίως επώδυνο, κουραστικό και ψυχοφθόρο. Είναι ιδιαιτέρως διπολικό να είσαι καλλιτέχνης, επιχειρηματίας και μάνατζερ την ίδια στιγμή...τουλάχιστον για μένα, που τα δύο τελευταία μού δυσκολεύουν τη ζωή και δεν ξέρω να τα κάνω κιόλας, εδώ που τα λέμε....:) 
Αχ ρε Ελλαδίτσα, με τα εμπόδια σου! Κι από δω και πέρα, κυρίως εμπόδια...

   "Δεν κάνουμε ένα live μαζί, αφού συνεργαζόμαστε τόσο καλά και επικοινωνούμε;" είπαμε με την Ελένη πριν δύο μήνες και μετά σκεφτήκαμε "τι όμως;" . Η Ελένη μου σύστησε τον Παναγιώτη Παπαγεωργίου,πιανίστα έμπειρο και πολύ ικανό. Ένας πολύτιμος μουσικός που αμέσως εντάχθηκε στην ιδέα και χαίρομαι γι΄αυτό.  Κι ενώ ξεκινήσαμε με διάφορα τραγούδια αγαπημένα, ελληνικά και ξένα, καταλήξαμε σχεδόν ταυτόχρονα στην εξής σκέψη: "Ας τραγουδήσουμε αποκλειστικά και μόνο ελληνικά". Γεννήθηκε, μάλλον, ως μια βαθύτερη ανάγκη να επικοινωνήσουμε με αυτά που πέρασαν μουσικά μέσα από τη ζωή μας,  υπήρξανε μουσικό χαλί στα όνειρα μας, έγιναν άμεσα ή έμμεσα κομμάτια στο παζλ των στιγμών μας , ορίζοντας  τη ζωή μας, εδώ, σε αυτό το γεωγραφικό μήκος και πλάτος κι όχι σε ένα άλλο. Δυνατή ανάγκη, πιο έντονη από ποτέ. Δεν πρόκειται για μια καλοστημένη μουσική αναδρομή, πρόκειται για μια σειρά τραγουδιών που αγαπάμε και θέλαμε να ερμηνεύσουμε με το δικό μας τρόπο, επικοινωνώντας τα μαζί σας. Ραντεβού τις Τετάρτες, λοιπόν, στο Αγγέλων Βήμα:)

Υ.Γ. "Κι αν τραγουδάμε, είναι για κείνα που δε λέγονται"
Αυτό είναι το πλεονέκτημα των καλλιτεχνών, άλλωστε, έτσι δεν είναι; Έχεις πάντα έναν τρόπο μέσα από την τέχνη σου να εκφράσεις όλα εκείνα που δεν είπες ποτέ στην πραγματική ζωή , γιατί δε θα έπιαναν τόπο...

http://www.aggelonvima.gr/aggelonvima-mousiki-fanieleni.html

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Σκέψεις

Να αποτραβηχτείς σε ένα υγιές τοπίο με το σύντροφο και τα παιδιά σου. Να γελάτε όλη την ώρα με τα πιο απλά πράγματα και να καλλιεργείτε τον κήπο σας. Να αγαπιέστε. Να αγαπιέστε. Να μην αναλύετε, να συμβαίνει. Όλος ο κόσμος μια ψυχαναλυτική μηχανή που βραχυκυκλώνει. Κι εγώ, το κατ' εξοχήν παιδί της πόλης, με τα χιλιάδες όνειρα και τις τρελές φιλοδοξίες ανά δευτερόλεπτο, να αποζητώ μόνον αυτό: ένα καταφύγιο για να νιώσω ασφαλής. Αυτή η ζωή παραείναι άγρια. Κι εγώ παραέγινα εσωστρεφής και με φοβίζει ακόμα κι η άβυσσος του εαυτού μου. Κάποτε είχαμε μέρες νύχτες χρόνια αθωότητας. Τώρα τι έγινε και κυνηγάμε από πίσω δευτερόλεπτα ανάμνησης;  Πονάμε άραγε όλοι το ίδιο από αυτή τη συνειδητοποίηση ή μήπως κάποιοι έχουν εφόδια διαφορετικά που τους κάνουν να βγαίνουν αλώβητοι από συντριβές και διακυμάνσεις;
Προσπαθώ με πολύ κόπο να οδηγώ ανάμεσα από μουδιασμένα τοπία, σηκώνω το κεφάλι μου-παρόλο που η κλίση είναι προς τα κάτω- να δω τα δέντρα, σκέφτομαι "δες χωρίς παράσιτα" και βλέπω για μια στιγμή κι αναπνέω ολόκληρα για μια στιγμή κι εναντιώνομαι για μια στιγμή σε αυτό που με πλακώνει. Και σκέφτομαι πως μάλλον, αν αλλάξεις σύστημα στη σκέψη, ίσως βρεις ευτυχία. Κι ύστερα πάλι σκέφτομαι, πως αυτή η αλλαγή συστήματος απαιτεί μια μικρή λοβοτομή για να έχει αποτέλεσμα ή μια άλλη φιλοσοφία. Και λέω πως αν αποτραβιόμουν στα αλήθεια σε ένα υγιές τοπίο με τους ανθρώπους που αγαπάω, να μεγάλωνα παιδιά με ικανότητα επιβίωσης και μόνο.

...Άφησα για λίγο το γράψιμο  και χαλάρωσε η σκέψη μου κι ας κόπηκε ο ειρμός. Η εσωστρέφεια τρώει τον αφέντη κι ας μεγαλουργεί κάποιες στιγμές. Λάθος είναι ο,τιδήποτε καταρρακώνει. Κι επειδή, αν πεις τη ζωή λάθος-η οποία και είναι, εφόσον η φύση του μυαλού μας είναι ανώτερη της ζωής που προσγειωθήκαμε- οδηγείσαι σε βέβαιη κατάθλιψη, που στα νεανικά χρόνια ονομάζεται ρομαντισμός, πρέπει να ονομάσεις λάθος το δικό σου τρόπο και να βρεις στοιχεία ευτυχίας στο στραβό τοπίο. Αυτό λέγεται επιβίωσης ευτύχημα. Κι είναι και γοητευτικό, αν το σκεφτείς, να προσαρμόζεσαι στις αλλαγές με δυνατότητες ικανές να δημιουργήσεις προσωπική ικανοποίηση.
Είμαστε μια στιγμή κι αυτό πρέπει να μην πονάει κάθε μέρα,  αυτόν τον υπαρξιακό Γολγοθά  μην τον κανακεύεις, γιατί θεριεύει κι εσύ είσαι ο μόνος που πολεμάς εκ των υστέρων, είναι δειλία, είναι αδυναμία να σε πετάνε στη θάλασσα κι εσύ να φιλοσοφείς πάνω στη σταθερότητα και την ασφάλεια της πεδιάδας. Κολύμπα και μάθε να κάνεις μακροβούτια με τα δελφίνια. Αλλιώς δεν έχει έλεος...
                                                                                                                            Φ.Γ.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

"Φιορδ από αλάτι", Φ. Γέμτου

   Αυτή την πληγή στα εντόσθια που αφρίζει σε κάθε αλατισμένη εισβολή θα την ονομάσω θλίψη. Απ' το παράθυρο ατενίζω το τοπίο του άλατος. Φιορδ λευκά, θελκτικά, αφύσικα όμορφα. Αλμυρά, αν μη τι άλλο. Κι εγώ ένας παρατηρητής και δυνάμει μέρος της εικόνας. Αν ανοίξω το παράθυρο και πηδήξω στο κατώφλι, αν διασχίσω την αυλή και βγω έξω, εκεί στον κόσμο του λευκού, θα ενσωματωθώ κι ό,τι προκύψει. 
   Το θέμα είναι ότι βγαίνω χρόνια τώρα μετά την κοσμοϊστορική ανακάλυψη του πόμολου. Θα ήθελα να μάθω ορειβασία, να καρφώνω το γάντζο μου σε κάθε άσπρη επιφάνεια και να ανεβαίνω ανάμεσα στα σύννεφα, μέχρι τα σύννεφα, κι ας μην έχει σύννεφα. Φαντάζομαι τη διαδρομή. Με πληγώνει η πράξη. Ή μάλλον όχι η πράξη. Η πικρή ήττα μιας αδηφάγας στιγμής. Αυτό με πληγώνει. Στη σκέψη και στην πράξη. Να θες να ανέβεις, να αγγίξεις, να κυλιστείς κι η συγκυρία να σε σπρώχνει απότομα από την πλάτη, σέρνοντας σε με τη γλώσσα στην αλατισμένη κατηφόρα.Ο αιώνας της συνειδητοποίησης ξεκινάει πάντα  με μια τέτοια βουτιά. Τα προϊστορικά χρόνια, ωστόσο, έχουν τη μνήμη μιας ατέλειωτης αναμονής που δε γνωρίζει ήττα, παρά μόνο στοχεύει. Εδώ θα έλεγα "αρχέγονη αθωότητα" κι ας τρομάζει ο ήχος τα λουλούδια στο βάζο.
   Τον τελευταίο καιρό μένω στο σπίτι. Φαντάζομαι τη διαδρομή απ' το παράθυρο. Αλατίζω τη σαλάτα μου και θυμάμαι την αλμύρα του φιλιού σου. Ύστερα μένω για ώρες σα στήλη άλατος και μ' ένα μικροτσίπ αναπολώ την πρώτη αλμύρα. Όταν ήμουνα μικρή, τα δάκρυα δημιουργούσαν πληγές στις άκρες των ματιών μου. Προοικονομία  για τις μεγαλύτερες πληγές που ήρθανε. 
"Έχεις πολύ αλμυρά δάκρυα ή πολύ ευαίσθητο δέρμα ή και τα δύο". 
Μάλλον. 
Φυσάει.
Όλο το αλάτι σε κατάσταση αμόκ. 
Ε, λοιπόν θα βγω απόψε. 
   Φοράω ένα από εκείνα τα μαύρα φορέματα που κολακεύουν τις καμπύλες. Θέλω στο άσπρο του έξω κόσμου να δέσω τη φιλμ νουάρ εικόνα μου. Φοράω κόκκινο κραγιόν και αποσπώ ένα λουλούδι από το βάζο με τίτλο "Η αθωότητα είναι στο αλάτι". Εκείνα τα προϊστορικά χρόνια δεν μπόρεσα ποτέ να τα ξεπεράσω κι είναι αλήθεια πως δε σκέφτηκα ποτέ το 2080 ως δυνατότητα προσωπικής ευτυχίας. Ανοίγω την πόρτα. Αυτή τη φορά θα βγω ως κυρία. Όχι ως αύρα, ούτε ως δραπέτης. Κι ας λυσσομανάει έξω αλάτι. Η πόρτα κλείνει απ' τον αέρα. Είμαι η Μαίρη Πόππινς του κόσμου των ανέμων. Είμαι η Μαίρη Πόππινς με το μαύρο σεξουαλικό φόρεμα και τα κόκκινα χείλια. Πετάω ανάμεσα σε κόκκους αλάτι, δεν έχω ανάγκη από γάντζο, είπα θα βγω, κι εγώ όταν βγαίνω του δίνω και καταλαβαίνει, δεν έχει έλεος ο χορός της αλμύρας, γιατί ή ζεις ή δε ζεις κι εγώ χρόνια τώρα δε ζω, η πόρτα έκλεισε απ' τον αέρα, είπα θα ζήσω, ένα μωρό πετάει κατά πάνω μου με ανοιχτά τα χέρια, το φουστάνι μου έχει γίνει σχεδόν άσπρο, το λουλούδι    
γίνεται ταινία με τίτλο "Η αθωότητα είναι στο αλάτι", προβάλλεται σε όλο το μήκος των Φιορδ, ανυπέρβλητη ταινία σε μέγεθος κόσμου, θυμάμαι την αλμύρα του φιλιού σου, θυμάμαι την αλμύρα του φιλιού σου, ξέχασα να φιλάω, όμως θυμάμαι την αλμύρα του φιλιού σου, στροβιλίζομαι, στροβιλίζομαι κι όμως δε λέω ψέμματα απόψε, απόψε είμαι ευτυχισμένη, δεν έχω βάρος κι ας θυμάμαι, τα προϊστορικά χρόνια με βάρυναν πολύ, δεν πειράζει κι ας πείραξε, δε φταίει τίποτα πέρα από εκείνα που αφήνονται να πληγωθούν ανεπανόρθωτα, δε φταίει τίποτα πέρα από εκείνα που αφήνονται να πληγωθούν ανεπανόρθωτα, δε φταίει...δε φταίει...δε....
Στοπ. Κενό. Λιποθυμία. Εγώ. Ολόκληρη.
Η σαλάτα με περιμένει στο τραπέζι ανάλατη. "Μην το παρακάνουμε κιόλας. Αυτή η ακατάπαυστη συνουσία με το αποψινό αλάτι κατάντησε πορνεία" μου λέει πνιγμένη μέσα στο λάδι της. Δεν της δίνω σημασία, τρέχω αμέσως στην κουζίνα και μπουκώνω αλάτι. Αυτό το καρδιοχτύπι δεν περιγράφεται.

Καληνυχτίζω το λουλούδι στο βάζο με τίτλο: "Μπροστά", -κάθε λουλούδι και τίτλος, περίπλοκος κόσμος, πώς να τον αντέξεις;-και κλείνω τα φώτα. Ο αέρας έχει κοπάσει. Απ' το παράθυρο αχνοφαίνεται ακόμα η ταινία του κόσμου. Κοιμάμαι χωρίς σφίξιμο στα δόντια.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

"Ένας φοβισμένος άθεος", Φ. Γέμτου

   Πιάνεις την άκρη. Αυτή με το άνοιγμα. Χρειάζεται πάντα ένα άνοιγμα, μην το ξεχνάς. Όχι, πρώτα πρέπει να το τεντώσεις λίγο, να διαισθανθείς  το περιθώριο και μετά αρχίζεις να φυσάς. Στην αρχή θέλει περισσότερη δύναμη στο διάφραγμα. Αν θες όμως να το φουσκώσεις, πρέπει να προσπαθήσεις. Δεν είναι σαν όλα τα άλλα, μη γελιέσαι. Είναι ζήτημα επιβίωσης. Ενώ ξέρεις, βρίσκεις τρόπους, φουσκώνοντας, για να καλύψεις τις ρωγμές.
   Ένα ακόμα απόγευμα πήγε στο μπακάλικο της γειτονιάς και ζήτησε μια σακούλα με τέτοια. "Δεν έχουμε τόσο μεγάλα" του απάντησε ο μπακάλης, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του. "Αν θες, έχουμε τα μικρότερα". "Τα μικρότερα δεν κάνουν τη δουλειά" σιγομουρμούρισε. "Τα μικρότερα είναι παιχνίδι". Ο μπακάλης τον θεωρούσε χρόνια τώρα τρελό.
   Γύρισε προς τον ορίζοντα. Ο ουρανός είχε πάρει ένα γλυκό λουλακί σα ζωγραφιά ιμπρεσιονιστή ζωγράφου. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Το διάφραγμά του είχε πιαστεί από το πολύ φύσημα. Είχε μια βαθύτερη αγωνία. Μην τυχόν και. Μην τυχόν και μείνει χωρίς εκείνα τα μεγάλα, που τελείωναν ανησυχητικά και δεν έβρισκε απόθεμα. Κοίταξε κατάματα τον ήλιο κι ύστερα από τόσο φύσημα, δεν ήτανε σίγουρος αν τον είχε φουσκώσει εκείνος το προηγούμενο πρωί ή απλώς υπήρχε από πάντα. Έκλεισε τα μάτια του με δύναμη κι ύστερα όλος ο κόσμος γέμισε από αρνητικά "ηλιάκια" σε κάθε ανοιγόκλεισμα του ματιού. Κι έπειτα, σε μια εύστοχη στιγμή, μέσα σ' αυτό το πάρτι των κλωνοποιημένων ουράνιων σωμάτων, εντόπισε κάτι που τον τρόμαξε βαθύτατα. Ένα μέρος της λουλακί ταπετσαρίας έδειχνε σκισμένη. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γρήγορα, ακατάπαυστα, μέχρι να ηρεμήσει η όραση, να δει στα αλήθεια τη σχισμή, που τον έκανε να φοβάται πιο πολύ κι από βρεγμένη  γάτα σε μπανιέρα. Αυτό προσπαθούσε να καλύψει τόσα χρόνια κι ύστερα από τόσο φύσημα να συμβεί αυτό; Ολόκληρος ένας μεγάλος μεγεθυντικός φακός με βρεγμένο τρίχωμα για να εξακριβώσει τη σχισμή, που έτρεμε.
   Πράγματι υπήρχε σχισμή. Αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω κι εγώ. Περνούσα δίπλα από το μπακάλικο, όταν είδα έναν όμορφο άντρα να τρέμει, κοιτάζοντας ψηλά. Σήκωσα τα μάτια μου και την είδα. Τη σχισμή. "Το βλέπεις;" μου φώναξε με μια οργισμένη οικειότητα, σα να μιλούσε στη μάνα του αηδιασμένος από τη μεσημεριανή μαγειρική της. "Το βλέπεις;" "Τι είναι αυτό;;", είχα κι εγώ τρομάξει, δεν ήτανε φυσιολογικό. Ή μήπως ήτανε το πλέον;
Ξεφλουδισμένος ο ουρανός κι από πίσω ένα τσαμπί σταφύλι. Ένα τσαμπί σταφύλι; Ένα τσαμπί σταφύλι;;;
   Φούσκωνε χρόνια τώρα εκείνα τα μεγάλα, γιατί οι κόσμοι μας γίνονται έτσι. Δεν είναι παιχνίδι. Είναι αυτό που θα λέγαμε, αν ξέραμε: "ορίζω το τεντωμένο περιθώριο μου για να μην πέσω στα τσαμπιά". Κι εγώ μπορώ να το επιβεβαιώσω. Δεν υπάρχει χειρότερο όνειρο από κρυμμένα σταφύλια σε λουλακί ταπετσαρία.
   Ο μπακάλης δεν είδε τίποτα εκείνο το απόγευμα. Πίστευε στο Θεό, γιαυτό. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Από 'κείνες που  ξεκινάνε με τσαμπιά και καταλήγουν στη χιονάτη και τους εφτά νάνους.