Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

"Μην το πείτε", Φ. Γέμτου


Έτρεχε πάντα με αναμμένο το κοντέρ κι ας μην το 'ξερε. Σε ένα δωμάτιο. Κι ας μην το 'ξερε.Το έμαθε λίγα χρόνια μετά, όταν έφαγε τα μούτρα της στον τοίχο και το κοντέρ δεν έκανε ούτε μια παύση. Ούτε μία. Εκείνη σταμάτησε μόνο για λίγο και κοίταξε γύρω της. Όλα να τρέχουν ανελέητα κι εκείνη να παρατηρεί την αέναη κίνηση με τα μούτρα σπασμένα από τον τοίχο.

Τότε είδε για πρώτη φορά τον τοίχο. Τότε είδε για πρώτη φορά τον εαυτό της να παρατηρεί τον τοίχο και την αέναη κίνηση γύρω της. Τότε είδε για πρώτη φορά τα βάζα με τις εξωπραγματικές τουλίπες, την κολλημένη ταπετσαρία με το ηλιοβασίλεμα, τα χέρια της με τις μπογιές, τις μεγάλες χρωματιστές κουβέντες -ζωγραφισμένες στον τοίχο-, την αντανάκλαση του πλανήτη στα παραθυρόφυλλα και στο ταβάνι, τα μαύρα φορέματα των κοριτσιών με το άσπρο χαμόγελο, τα φιλημένα στόματα από το πάντα και το πουθενά, τα νιάτα που έφυγαν, τα γηρατειά που εγκλωβίστηκαν στο αναπόφευκτο τώρα, τις απαγορευμένες θέες των αυτόχειρων, τα μυστικά που κρύφτηκαν νηφάλια από το ίδιο δωμάτιο στις πιο ονειρικές κρυψώνες της ταχύτητας.

Είχε δύο δυνατότητες.
Να μείνει εκεί, παρατηρώντας  ή
να ξεγραπωθεί από το τραύμα της και
να συνεχίσει μαζί με την κίνηση.
Έκανε το εξής:
Ξεγραπώθηκε σαν από αδιαπραγμάτευτη ανάγκη,
αφήνοντας με συνείδηση το μάτι της να αιωρείται μεταξύ τοίχου και ταχύτητας.
Κι ύστερα πέρασαν χρόνια.
Με ένα ποτήρι κρασί βγαίνει στην βεράντα.
Κοιτάει το φεγγάρι και ξέρει.
Δεν υπάρχει καλύτερη στολή παραλλαγής για το μάτι της στο κέντρο του ουρανού.
Εκείνη τρέχει. Τρέχει. Αέναα. Δε γίνεται αλλιώς.
Εκείνο αιωρείται πάντα μεταξύ τοίχου και ταχύτητας.
Μην το πείτε, αλλά-μεταξύ μας-
τα κατάφερε.



Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

"Αλτσχάιμερ", Φανή Γέμτου

Πόσα φιλιά, πες μου, πόσα φιλιά ξεχάστηκαν,
πόσα δάκτυλα λατρεμένα στους καρπούς, 
πόσοι ψίθυροι ταξιδεμένοι ως τους αστραγάλους,
πες μου, πόσες ανάσες από κείνες που φέρνουν ρίγη αύγουστο μεσημέρι,
πόσα μικρά κι αναίτια βλέμματα έπαψαν να ριζώνουν πια μέσα στο ένστικτο
κι ύστερα μέσα στα όνειρα, μέσα στους εφιάλτες. Δεν έχω πια εφιάλτες, ούτε όνειρα.
Πόσα βράδια, πόσα βράδια, πες μου, πόσα βράδια πέφτουμε πια σε λήθαργο,
δεν κλαίμε, το δάκρυ είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο, κανείς δεν μας βοήθησε,
δεν κλαίμε, γιατί κάθε ρίζα έχει κοντύνει και κάθε βλέμμα έχει τραβηχτεί πίσω από τις κουρτίνες, εκεί που το δένρο ξεκουράζεται μες τους χυμούς του και δεν νιώθει πια την παραμικρή νοσταλγία. Εγώ, εγώ που κολυμπούσα πάντα μέσα στη δίνη των μαγεμένων ουσιών του κόσμου, πες μου πώς ξεβράστηκα μέσα στους αχινούς και μέσα στην πηχτή την άμμο, πότε συνέβη και γιατί;  Καμιά βελόνα δε στέκεται ικανή να με ξυπνήσει, γιατί είναι μάταιος κι ο πόνος και το τρύπημα. 
Μόνο καμιά φορά, για δευτερόλεπτα, ανοίγει η πύλη 
και τότε σφαδάζω σαν πατημένη από τρακτέρ κι ονειροπόλα, 
τάχα σαν τότε, μα στ' αλήθεια, μέσα στο πρώτο βραδινό αεράκι.



Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Η εξομολόγηση της ημέρας

Ξύπνησα με μια σκέψη. Αν κάτι στη ζωή μου μού προκαλούσε πάντα φρίκη μέσα μου, ήταν η εν δυνάμει στιγμή που εγκλωβίζεται κανείς στις λάθος επιλογές και τις λούζεται μια ζωή. Αυτό από μόνο του, προσωπικά, μού προκαλεί και θα μού προκαλεί αληθινή κατάθλιψη. Η έννοια της ατομικής ελευθερίας λειτουργεί πολύ έντονα μέσα μου. Γι' αυτό έχω αποφύγει σε όλη μου τη ζωή να κάνω επιλογές, για τις οποίες δεν ήμουν ποτέ με τα μπούνια μέσα (τουλάχιστον να λουστείς τις συνέπειες, αλλά να ποθείς κάτι πολύ) από ένστικτο να συντηρήσω τη δυνατότητα της επιλογής στο μέλλον. Όταν διαβλέπω εκείνο που θα λουστώ, προσπαθώ να το αποφύγω, ωστόσο δεν είναι εύκολο να το εξηγήσω με λόγια. Ο συμβιβασμός ήταν πάντα ένα θέμα που μου μαύριζε την εικόνα κι οι κεραίες μου πάντα αναγνώριζαν τους πιο επιρρεπείς σε αυτόν. Κι ύστερα το λίγο των ανθρώπων. Το λίγο των ανθρώπων με συνέθλιβε πάντα. Μέσα στα χρόνια αυτή η θλίψη απέκτησε από πόνο θέση κι αποφάσισε μόνη της (κι εδώ το δικαίωμα της επιλογής) να μην έχει ανάγκη το λίγο τους. Αυτάρκης. Για το πολύ των ανθρώπων θα μπορούσα να θυσιάσω ακόμα και τη ζωή μου.
Μετά από αυτή τη μίνι εξομολόγηση, είναι λογικό γιατί κάνω τέχνη. 
Τουλάχιστον πια ξέρω συνειδητά.

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

"Το δικό μου θέατρο", Φανή Γέμτου

Όλα τα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου, ανήκω στο θέατρο.
Όλα τα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν ανήκω σε κάθε θέατρο.
Όλα τα χρόνια της ζωής μου ψάχνω να ορίσω τι είναι θέατρο. Για μένα.
Όλα τα χρόνια της ζωής μου δεν μπορώ να βάλω νερό στο κρασί μου για εκείνα που η καρδιά μου συγκλονίζεται και να πω πως με τη λέξη "επάγγελμα" είμαι ικανή να υποβιβάσω την καρδιά και το μυαλό μου σε μικρά τίποτα με ζάχαρη.
Όλα τα χρόνια της ζωής μου αναγνωρίζω αυτές τις καταπακτές που σε οδηγούν στο πιο βαθύ πηγάδι κι εκεί με βρίσκω. Στις απομιμήσεις με χάνω.
Όλα τα χρόνια της ζωής μου δεν μπόρεσα σε μάκρος χρόνου να κάνω εκπτώσεις σε αυτό και να πω "δεν πειράζει".
Κι αν το είπα, το προσπάθησα.
Για να νιώσω οτι ελίσσομαι, αλλά δεν μπόρεσα.

Όλα τα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου, ανήκω στο θέατρο.
Όλα τα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν ανήκω σε κάθε θέατρο.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ημερολόγιο κατάντιας και διαμαντιού 1

Τρίτη 7 Ιουνίου

  •  Στο δρόμο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, το πρώτο σε σειρά, με ηλιοκρύπτη, που εμποδίζει την ορατότητα στα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν  να διασχίσουν τον δρόμο χωρίς να τρακάρουν. Σήμερα είδα τουλάχιστον τέσσερα. Στα αρχίδια τους. Αυτοί να μην μπουν μέσα και να καίει το τιμόνι. Αν θες ηλιοκρύπτη, βάλτο κάπου που να μην ενοχλεί, γιατί μέσα από το παρμπρίζ σου, ηλίθιε, βλέπουν τα διερχόμενα αυτοκίνητα, αν έρχεται κανείς από την άλλη πλευρά. 
  • Παιδιά Λυκείου που δουλεύουν συστηματικά για την παράστασή μας. Που προτείνουν, ακούνε, εκφράζονται και νικούν την τεμπελιά για χάρη μιας κοινής απόφασης. Βραβείο. Απ' την καρδιά μου τουλάχιστον.
  • Άκουσα ιστορία για άνθρωπο που σιχαίνεται τα ζώα. Τον εαυτό του ;
  • Είδα χαμόγελο παιδικό σε πρόσωπα μεγάλων.


Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

"Μια σπάνια εμπειρία", Φανή Γέμτου

Κάποτε ένα προϊστορικό τέρας βγήκε από το στόμα μου. Δεν είχα ιδέα πως ήταν μέσα μου. Μεγάλωσε ξαφνικά και απότομα κι έσκισε το περίβλημά μου με την ένταση που σκίζει ο Hulk τα ρούχα του, όταν μεταλλάσσεται. Κανείς δε μου είχε μιλήσει γι' αυτό. Και ποτέ δε είδα κάτι ανάλογο να συμβαίνει σε άλλον. Μπορεί να το υπονοούσαν κάποιοι, αλλά ποτέ δεν είδα καθαρά να τους συμβαίνει, όπως συνέβη σε μένα. Όταν συνέβη σε εμένα, ήταν τόσο μεγάλο το δέος και τόσο απρόσμενη η συνέπεια, που έμεινα κουλουριασμένη έξω από τον εαυτό μου, χωρίς τον εαυτό μου, παρακολουθώντας τον εαυτό μου. Είναι αυτή η αίσθηση του μετατραυματικού σοκ, που δεν ορίζεις ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι. Αν κάποτε μου ζητηθεί να διηγηθώ σε κάποιον μια σπάνια εμπειρία, αυτή θα επιλέξω. Αυτή που έσκισε τον πυρήνα μου και με έκανε να υπάρχω διευρυμένη, κουβαλώντας δύο εαυτούς, τον μικρό και τον τεράστιο, τον γνωστό και τον άγνωστο, τον οικείο και τον ανοίκειο. Αυτός ο πόνος του ξεσκίσματος, της μετατόπισης από το δικό μου ένα στο δικό μου διευρυμένο δύο, αυτό το απαράμιλλο μέγεθος της στιγμής που χωράει την έκρηξη δύο εαυτών σε έναν, αυτό το μοιραίο άνοιγμα του κλειστού σε ανοιχτό σύστημα χωρίς έλεος, αυτό για μένα ήταν ο έρωτας. Κι εκείνος ο τρίτος, ο εισβολέας, με άλλους δυο εαυτούς, τον δικό του μικρό κι εκείνον τον απόλυτα διευρυμένο, πώς να φανταστεί οτι ο έρωτας δεν έχει να κάνει με δύο ανθρώπους, όπως μας είπαν, αλλά με ολόκληρη στρατιά τεράτων; Γιατί, ναι, κάποτε και σε εκείνον, τον τρίτο, τον εισβολέα, βγήκε από το στόμα του ένα προϊστορικό τέρας έτοιμο να καταπιεί τον κόσμο.

Αν κάποτε μου ζητηθεί να διηγηθώ σε κάποιον μια σπάνια εμπειρία, αυτή θα επιλέξω. Γιατί κανείς δεν διηγείται τα πράγματα ως έχουν, παρά μονάχα ως διανθίζονται. Κι εγώ οφείλω να πω την αλήθεια γι'αυτή τη διεύρυνση. Ως πρέπει. Χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

"Το ψέμα" Φανή Γέμτου

Δεν είμαι ψεύτης.
Ποτέ δεν ήμουν.
Φυλάω τις αλήθειες,
που βολεύουν.
Που καρποφορούν.
Κι ύστερα κοιμάμαι
με την γλύκα των λόγων σου
και των δικών σου
και των δικών σου.
Μέχρι να χαθείς,
να μη θυμάμαι
κι ύστερα πάλι
σε μια άλλη γλύκα
θα ομολογήσω πως δεν είμαι ψεύτης
ποτέ δεν ήμουν
και θα δεινοπαθήσω για λίγο
με το ψέμα του κόσμου.
Όταν θα φεύγω μόνο, άλλη μου γλύκα,
να κοιτάς ψηλά.
Δεν ξέρω γιατί,
αλλά σέρνω κάθε τόσο στα παπούτσια μου
εκείνες τις ματωμένες πετσέτες από σπασμένα δόντια.
Τόση αλητεία στους δρόμους.
Να κοιτάς ψηλά.
Και να με σκέφτεσαι.